Η Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή ως σχολικό μάθημα εισάγεται στα δημόσια γυμνάσια από το 1931, ενώ στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση από το 1955.[1] Όλο αυτό το διάστημα η συντηρητική πρόσληψη του μαθήματος γίνεται αισθητή από την ανάγνωση των συνοδευτικών προεδρικών διαταγμάτων σχετικά με το αποκαλούμενο και μάθημα «Εθνικής Αγωγής».

Tο βιβλίο που σημάδεψε την εκπαιδευτική διαδικασία και έχει μείνει στη συνείδηση των μαθητών στα χρόνια της επταετίας όμως, προκαλώντας πολλά και ποικίλα σχόλια, ήταν χωρίς αμφιβολία το βιβλίο, Πολιτική Αγωγή. Το βιβλίο με βάση το οποίο διδασκόταν το μάθημα της Πολιτικής Αγωγής στις σχολικές αίθουσες των τάξεων του εξατάξιου ακόμα γυμνασίου, ήταν μια σύνοψη της πρώτης έκδοσης (1970) του βιβλίου της πολιτικής αγωγής. Ολόκληρη η έκδοση κυκλοφόρησε και σε ευρεία κλίμακα στην υπόλοιπη χώρα ως ένα από τα βασικά βιβλία θεωρητικής υποστήριξης του καθεστώτος της επταετίας. Τα σχόλια πάντως των μαθητών εκείνης της περιόδου δεν αφορούσαν μόνο τους γνωστικούς στόχους του σχολικού βιβλίου, αλλά και την ιδιόμορφη πολιτική παρουσία του συγγραφέα, η οποία θα μας απασχολήσει αναλυτικά στη συνέχεια.

Το 1970, όταν και πρωτοεκδόθηκε το βιβλίο, η πολιτική κατάσταση είχε αλλάξει ριζικά, εάν τη συγκρίνουμε με την περίοδο στην οποία αναφερόταν η διατύπωση που συνόδευε τη διδασκαλία του μαθήματος, το 1961, «σκοπός της διδασκαλίας της κοινωνικής αγωγής είναι όπως δώση εις τους μαθητάς τας απαραιτήτους αρχάς βάσει των οποίων επιτυγχάνεται αρμονική διάρθρωσις των ανθρωπίνων σχέσεων εντός της κοινωνίας και μυήση αυτούς εις τους θεσμούς της εις το κράτος ωργανωμένης κοινωνίας, ώστε ούτοι κατανοούντες τα ανθρώπινα, κοινωνικά και πολιτικά καθήκοντα και δικαιώματα να καταστώσι δημιουργικά μέλη του εθνικού συνόλου και να ενταχθώσι εν αυτώ ως ελεύθεροι και υπεύθυνοι προσωπικότητες».[2] Η επιδίωξη του μαθήματος σύμφωνα με τις σκέψεις των επιτελών του υπουργείου Παιδείας και του καθεστώτος ήταν «…να διαπαιδαγωγηθή εθνικώς ο Έλλην Νέος και να καταστή συνειδητός πολίτης, έχων γνώσιν των δικαιωμάτων αλλά και των υποχρεώσεών του».[3]

Στην εισαγωγή, πάντως, του βιβλίου το 1970 ο Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων οριοθετούσε με μεγαλύτερη ακρίβεια και σαφήνεια τους στόχους του μαθήματος και κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο μαθητής «…πρέπει να γνωρίζη σαφώς πώς λειτουργεί το δημοκρατικόν πολίτευμα, τι είναι η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική εξουσία, πώς διασφαλίζεται η παράλληλος λειτουργία των κατά τρόπον εύρυθμον, πώς είναι ωργανωμένη η διοίκησις, η δικαιοσύνη, η δημοσία οικονομία, η εθνική άμυνα, η εκπαίδευσις και να έχη, με μίαν λέξιν, ζωντανήν εικόνα του πολυπλόκου αυτού μηχανισμού, ο οποίος λέγεται κράτος, ενσαρκώνεται από άτομα και διέπεται από ιδέας»· και τέλος «πρέπει να γνωρίζη ποίοι είναι οι κίνδυνοι, οι οποίοι απειλούν την δημοκρατίαν, ποίοι είναι οι φορείς των κινδύνων αυτών και υπό ποίας συνθήκας κυβερνώνται οι άνθρωποι εις τα ολοκληρωτικά καθεστώτα».[4] Προβαλλόταν έτσι, από τη μία η ανάγκη της κοινωνίας να εισάγει τον μαθητή του γυμνασίου στην πληροφορία σχετικά με την εξέλιξη και την ιστορία του πολιτεύματος, το θεσμό της δημοκρατίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτήν και, από την άλλη η αναγκαιότητα να τον στρέψει ενάντια στην πολιτική που εφαρμόζουν οι «εχθροί» του έθνους αλλά και όσοι από κοινού με αυτούς επιβουλεύονται τη δημοκρατία αστικής έμπνευσης. Στην ουσία, χωρίς την ύπαρξη του δεύτερου σκέλους, και το πρώτο αποδυναμωνόταν σε μεγάλο βαθμό. Διότι πώς αλλιώς θα μπορούσε να εξηγηθεί η αναφορά στο «αστικό δημοκρατικό πολίτευμα» και του πολιτειακού συστήματος παράλληλα με την καταπάτησή του, η οποία είχε επιβληθεί από την «επανάσταση των συνταγματαρχών» του 1967, χωρίς την ύπαρξη ενός πολιτικού και ιδεολογικού άλλοθι. «Αντιθέτως η εντατική δήθεν ‘Αγωγή Πολίτου’ ην εφήρμοσαν και εφαρμόζουν τα ολιγοκρατικά καθεστώτα φασιστικού, ναζισμού, κομμουνισμού, μαοϊσμού [sic] και άλλα ίνα επιτύχουν ‘άβουλον, ανελεύθερον, πειθαρχικόν και πιθήνειον [sic] πολίτην’ και το πλούσιον εις όγκον υλικόν που παρήγαγον και παράγουν ενόθευσε το θέμα και το περιέπλεξε έτι περισσότερον», σημείωνε η επιτροπή της κυβερνήσεως που προετοίμαζε τη διδασκαλία του μαθήματος και τη διάδοση των ιδεών του βιβλίου στα 1969.[5] Η αντιστροφή των όρων που επιχειρήθηκε με βάση το παραπάνω απόσπασμα ήταν κάτι παραπάνω από προφανής, από τη στιγμή κατά την οποία ένα καθεστώς που καταργεί την κοινοβουλευτική δημοκρατία προβάλλει ως πρότυπό του τουλάχιστον μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου, το αστικό δημοκρατικό πολίτευμα. Και ισχυροποιήθηκε ακόμα περισσότερο, όταν οι επιτελείς των υπουργείων σχεδίαζαν, εκτός από τη διάδοση του περιεχομένου της πολιτικής αγωγής, την ίδρυση μιας σχολής «Δημοκρατικού Πολίτου», όπως διαφαίνεται στη συνέχεια του ίδιου κειμένου.

Το συντηρητικό πνεύμα που χαρακτήριζε το μάθημα της πολιτικής αγωγής και του εν λόγω σχολικού βιβλίου προσδιοριζόταν κάθε φορά από τις ευρύτερες πολιτικές συνθήκες. Σε περιόδους, μάλιστα, ανώμαλης πολιτικής λειτουργίας το συντηρητικό αυτό πνεύμα εντεινόταν. Η επικράτηση αυτή της συντήρησης προσδιόρισε, σε καταλυτικό βαθμό, την ύλη και τη διδασκαλία του βιβλίου έως και την πτώση της επτάχρονης δικτατορίας. Σημαντική αλλαγή σημειώθηκε την περίοδο της μεταπολίτευσης, κατά την οποία η ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής και οι συνθήκες πολιτικού εκδημοκρατισμού που επικράτησαν, αν και όχι αμέσως, διαμόρφωσαν μια διαφορετική, ή τουλάχιστον πιο ουδέτερη πολιτικά, λειτουργία του μαθήματος.[6]

Η λειτουργία του μαθήματος της πολιτικής αγωγής ή της αγωγής του πολίτου, όπως ήταν πιο γνωστή, απασχόλησε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της επταετίας τις πολιτικές και διοικητικές αρχές του τόπου. Τον Αύγουστο του 1969 (χωρίς να αναφέρεται στο έγγραφο ακριβής ημερομηνία) τίθεται ανοιχτά το θέμα της πολιτικής αγωγής από τους υπηρεσιακούς παράγοντες του καθεστώτος. «Δια την πολιτικήν αγωγήν των μαθητών, το Υπουργείον Εθνικής Παιδείας καθώρισε την εισαγωγήν του μαθήματος ‘Αγωγή του πολίτου’ εις το Δημοτικόν Σχολείον, τον κατώτερον κύκλον του Γυμνασίου ως και εις τον ανώτερον κύκλον αυτού» αναφέρει χαρακτηριστικό απόσπασμα εισηγητικού σημειώματος προς τον πρωθυπουργό. Το έγγραφο υπογραφόταν από τον τότε γενικό διευθυντή του υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως Στυλιανό Σκανδάλη.[7]

Η πολιτική αγωγή και η παιδευτική της αξία, δεν απευθυνόταν μόνο στους μαθητές των δημοτικών και γυμνασίων ή στους νέους των πανεπιστημίων, αλλά σε ολόκληρη την κοινωνία. Την προώθηση των ιδεών της πολιτικής αγωγής θα αναλάμβανε «διά το ευρύ κοινόν των πολιτών η Γ. Δ. Τ. [Γενική Διεύθυνσης Τύπου] του Υπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως. Διά τους Νέους ή Δ/νσις Νεότητος του αυτού Υπουργείου». Με αυτόν τον τρόπο, το καθεστώς πίστευε ότι θα μπορούσε να εμφυσήσει φιλικά προς την «επανάσταση» και τους εμπνευστές της αισθήματα, διότι «…οι Έλληνες πολίται έχουν ανάγκην ιδεολογικής κατευθύνσεως και ενημερώσεως, ειδικώτερον δε επί των αρχών της Επαναστάσεως και της καθόλου αγωγής των».

Πόση σημασία απέδιδε το καθεστώς στο συγκεκριμένο μάθημα φαίνεται και από την προσπάθειά του να προσδώσει όλο και περισσότερο κύρος στη διάδοση των ιδεών που υποστήριζε το βιβλίο και ο συγγραφέας του. Σε άρθρο του στον Φοιτητικό Παλμό – περιοδικό που εξέδιδε η διορισμένη από το καθεστώς ΕΦΕΕ – ο υφηγητής νεοελληνικών σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών Φ. Κ. Μπουμπουλίδης αναφερόταν στη σημασία του μαθήματος για την ελληνική κοινωνία: «το πρόβλημα πολιτικής διαπαιδαγώγησης των νέων αντιμετωπίζεται σήμερα διεθνώς. Και πιστεύεται ότι θα οδηγηθή εις την ορθή λύση με την παροχή βασικών τουλάχιστον γνώσεων για την λειτουργία του πολιτεύματος, με την ενημέρωσι της κοινής γνώμης και με την συστηματική διερεύνησι και παρακολούθησί της».[8] Επομένως, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της ιδέας, το μάθημα της πολιτικής αγωγής είχε αποδέκτες το σύνολο της ελληνικής νεολαίας, την ίδια στιγμή που και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες αντιμετώπιζαν παρόμοια προβλήματα.

Η θετική αποτίμηση της πολιτικής αγωγής για τη δικτατορία του Μεταξά ήταν το πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση και αποδείκνυε τα φιλικά αισθήματα της ηγεσίας προς το μεταξικό καθεστώς. Το μάθημα της αγωγής του πολίτου είχε άλλωστε για πρώτη φορά εισαχθεί κατά την περίοδο της 4ης Αυγούστου, χωρίς νομοθετική ρύθμιση, αλλά με υπουργική απόφαση. Οι νεότερες ρυθμίσεις σχετικά με το θέμα χρονολογούνταν μετά την επιβολή του νέου καθεστώτος από την άνοδο στην εξουσία των στρατιωτικών το 1967 (ΦΕΚ 163, τχ. Α΄), με τις οποίες επέβαλαν ένα νέο πλαίσιο σύμφωνα με το οποίο θα έπρεπε να διδάσκεται το μάθημα. Δύο χρόνια αργότερα (1969) εισαγόταν το μάθημα της αγωγής του πολίτου, από το βιβλίο της συγγραφέως «…Αγνής Τσιρίμπα [το οποίο] και θα διδαχθή κατά το τρέχον σχολικόν έτος…», όπως σημείωναν οι ίδιοι κύκλοι. Το μάθημα της πολιτικής αγωγής είχε εισαχθεί διδασκόμενον εις την τελευταίαν τάξιν μόνον και επί μιαν ώραν εβδομαδιαίως». Είχε προηγηθεί βέβαια η διδασκαλία του μαθήματος στον κατώτερο κύκλο του Γυμνασίου το 1964 υπό τον τίτλο: Στοιχεία Δημοκρατικού Πολιτεύματος.

 

Προβλήματα για τους «φωστήρες» του καθεστώτος

 

Τα ζητήματα που απασχολούσαν τις επιτροπές του καθεστώτος που είχαν αναλάβει να υλοποιήσουν τις αποφάσεις περί διάδοσης των ιδεών του, ήταν πολλά και καθιστούσαν δύσκολη, αν όχι εντελώς ανεφάρμοστη, την ταχεία υλοποίησή τους.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα για όσους συμμετείχαν σε αυτές τις επιτροπές, ήταν το ζήτημα της ακριβούς ορολογίας του μαθήματος. Μετά από συνεχείς και αλλεπάλληλες συνεδριάσεις των επιτροπών τελικά κατέληξαν σε μια οριστική αν και αμφιλεγόμενη απόφαση – εκφράστηκε με την πρόταση του Στ. Σκανδάλη – ότι για την περίσταση οι πιο χρήσιμοι όροι ήταν πολιτική αγωγή, αγωγή του πολίτου και πολιτειακή αγωγή. Η χρήση όμως οποιουδήποτε από τους τρεις παραπάνω όρους δεν κρινόταν απαραίτητη, επειδή δεν κάλυπτε όλες τις πλευρές του θέματος.

Ύστερα από ένα μήνα διαβουλεύσεων κατέληξαν ότι ο επικρατέστερος όρος ήταν αγωγή του πολίτη παρά την αρχική πρόθεση να επικρατήσει ο όρος πολιτική αγωγή για τη σχολική και εξωσχολική αγωγή ώστε να μην επιδέχεται παρερμηνείες και να προκαλεί υποψίες του κοινού περί προπαγάνδας του καθεστώτος. Η αντίφαση όμως ήταν σαφής, καθώς είχαν προκρίνει διαφορετικό όρο από τον τίτλο του βιβλίου που θα χρησιμοποιούσαν για τη διάδοση των ιδεών τους. Η σύγχυση αυτή δεν αφορούσε μόνο τους υπηρεσιακούς παράγοντες των υπουργείων που συμμετείχαν στις επιτροπές, αλλά ακόμα και τον ίδιο το συγγραφέα του βιβλίου της πολιτικής αγωγής, αφού σε άλλα σημεία έκανε λόγο για πολιτική αγωγή και σε άλλα για εθνική αγωγή. Επίσης οφειλόταν, σε μεγάλο βαθμό, στην ανάγκη του καθεστώτος να ταυτίσει την πολιτική αγωγή με την εθνική αγωγή, καθώς θεωρούνταν αναγκαίο ο πολίτης πρώτα απ’ όλα να έχει αναπτυγμένο το αίσθημα του εθνικού ιδεώδους.

Το πιο ουσιαστικό ωστόσο πρόβλημα ήταν το περιεχόμενο της ύλης του μαθήματος. Σε εμπιστευτική του επιστολή προς τη Γενική Διεύθυνση Τύπου, ο Α. Ταμβακόπουλος, αποσπασμένος μόνιμος υπάλληλος από τον ΑΣΟ και υπεύθυνος για την τυπική και ουσιαστική διαχείριση του θέματος της πολιτικής αγωγής, έγραφε χαρακτηριστικά ότι το σύγγραμμα της Αγνής Τσιρίμπα Αγωγή του Πολίτου «…είναι ακατάλληλον, κατά το ήμισυ σχεδόν…». Ο πιο ενδιαφέρον λόγος που τεκμηρίωνε την άποψή του ήταν ότι το βιβλίο κάνει προπαγάνδα υπέρ ενός νέου καθεστώτος, «…οπότε εάν είναι καθεστώς πράττει καλώς, ως και η διδασκομένη Ιστορία πράττει. Εάν όμως είναι ‘παρένθεσις’ και ‘επανάστασις’, ήτοι μεταβατική κατάστασις, επιθυμούσα να μεταβληθή αύριον εις πολιτικήν παράταξιν, προκειμένου κοινοβουλευτικώς να συνεχίση το ανανεωτικόν αυτής έργον, ως έχει δηλώσει ήδη ο ηγέτης της επαναστάσεως και νυν Πρωθυπουργός της χώρας, κακώς κάμνει προπαγάνδαν».[9] Το μάθημα επομένως, έπρεπε να αποφύγει να κάνει προπαγάνδα υπέρ του καθεστώτος, και παράλληλα να διαδίδει την ανάγκη επιστροφής στα αστικά κοινοβουλευτικά δρώμενα. Τα προβλήματα πολλαπλασιάζονταν καθώς πέρα από τη μορφή που θα αποκτούσε το μάθημα στα σχολεία, ζητήματα, όπως ποιά βιβλία, ποιοί καθηγητές ή πόσες διδακτικές ώρες θα χρειάζονταν στο συγκεκριμένο μάθημα παρέμεναν ακόμα ανοιχτά.

Σύμφωνα με τα στενογραφημένα πρακτικά των συνεδριάσεων,[10] τα θέματα αυτά απασχολούσαν, εκτός από τις διοικητικές επιτροπές που συγκροτούσε κάθε φορά η κυβέρνηση, την ηγεσία της αλλά και τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως δήλωνε χαρακτηριστικά στη 2η συνεδρίαση, της 9ης Οκτωβρίου 1969, ότι «ο Πρωθυπουργός, επανερχόμενος προσφάτως επί του θέματος της Πολιτικής Αγωγής, καθώρισε τας κατωτέρω οδηγίας, διά την κατά το δυνατόν συντομωτέραν προώθησιν του θέματος, ήτοι: Α) Το ταχύτερον δέον να εξασφαλισθή φωτοτυπία του υπό έκδοσιν τριτόμου συγγράμματος της ‘Αγωγής του Πολίτου’. Β) Να συσταθή παρά του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ομάς εργασίας εξ ειδημόνων, ήτις θα επωμισθή την ευθύνην, διά την συγγραφήν επιτομής, βάσει του προαναφερθέντος τριτόμου συγγράμματος. Τούτο θα ήτο ιδανικόν εάν επετυγχάνετο μέχρι 31-12-69, επειδή όμως τούτο δεν δυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως βέβαιον, θα αναμείνωμεν το αργότερον μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου ή αρχάς Φεβρουαρίου 1970». Ακολουθούσε η πρόταση που διατύπωσε η επιτροπή προς τον πρόεδρο της κυβερνήσεως.

Ύστερα από σχέδιο του γενικού γραμματέα του Υπουργείου Προεδρίας, Κ. Παπαδόπουλου, αποφασίστηκε μεταξύ άλλων ότι «βασικόν εγχειρίδιον διά την οποιαδήποτε άσκησιν πολιτικής αγωγής δέον να καταστή το σύγγραμμα του τέως Υπουργού παιδείας κ. Θ. Παπακωνσταντίνου».[11] Προφανώς, το περιώνυμο σύγγραμμα στο οποίο αναφέρεται ήταν η Πολιτική Αγωγή, που εκδόθηκε και κυκλοφόρησε στις αρχές του 1970, μολονότι σε αυτό οριστικά συμπεριλήφθηκαν τέσσερις επιμέρους τόμοι και όχι τρεις, όπως αρχικά είχε προσδιοριστεί. Από την πρώτη ήδη συνεδρίαση (1η Οκτωβρίου 1969), είχε υπολογιστεί ότι «η ύλη της Πολιτικής Αγωγής θα περιλαμβάνεται εις εκδοθησομένον σχετικόν βιβλίον άνω των 500 σελίδων, ούτινος η εκτύπωσις θα έχη πραγματοποιηθή εις τρεις τόμους το βραδύτερον μέχρι τα τέλη του Μαρτίου 1970». Τα προβλήματα όμως παρέμεναν, ειδικά όσα σχετίζονταν με τη δυσκολία της εκμάθησης της ύλης ενός ογκωδέστατου (άνω των 500 σελίδων) σχολικού βιβλίου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο εκδόθηκε και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καμπανά στα 1970, και περιλάμβανε συνολικά 698 σελίδες, ενώ στη συνέχεια της κύριας ύλης του ακολουθούσε επίμετρο με σημαντικά πολιτειακά κείμενα αντλημένα από την πορεία της εξέλιξης των πολιτικών συστημάτων.[12] Στον πρόλογο της αρχικής έκδοσης, η οποία συντάσσεται τον Μάρτιο του 1970, επισημαίνεται ότι εκτός του βασικού συγγραφέα, Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου, στη συγγραφή του βιβλίου συνέβαλε και ο καθηγητής συνταγματικού δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κωνσταντίνος Λ. Γεωργόπουλος, με ορισμένα τμήματα του βιβλίου, τα οποία και αναφέρονται. Το βιβλίο φαίνεται ότι έκανε συνεχείς και αλλεπάλληλες εκδόσεις. Λόγου χάρη η δεύτερη έκδοση έγινε την 30η Ιουνίου 1970 και περιλάμβανε την εξής ενδιαφέρουσα παρατήρηση: «εξαντληθείσης εντός διμήνου της πρώτης εκδόσεως του παρόντος έργου εκρίθη αναγκαία, διά την ολοκλήρωσιν της παιδευτικής αποστολής του, η εκτύπωσις του εις δευτέραν έκδοσιν. Επί τη ευκαιρία επηνέχθησαν εις το κείμενον ωρισμέναι βελτιώσεις και συμπληρώσεις δι’ ενσωματώσεως νεωτέρων στατιστικών και άλλων στοιχείων».[13] Η κυβέρνηση στόχευε στη μέγιστη δυνατή διάδοση και κυκλοφορία του βιβλίου. Παρά τις αναφορές πάντως ότι υπήρξαν αλλαγές στο περιεχόμενό του, τουλάχιστον στις δύο πρώτες εκδόσεις δεν εντοπίστηκε καμία αλλαγή, ούτε προέκυπτε ότι είχαν προστεθεί καινούργια στοιχεία ή πληροφορίες, όπως διατείνονταν οι εκδότες του.

Στις σχολικές αίθουσες δύο χρόνια μετά την αρχική έκδοση, το 1972, όπως ήταν αναμενόμενο δεν εμφανίστηκε αυτούσια η έκδοση του 1970, αλλά μια σύνοψή της, την οποία επιμελήθηκε ο Δημ. Β. Τουντόπουλος για τους μαθητές των τάξεων της γ΄ και στ΄ του γυμνασίου. Η σύνοψη (έκδοση του ΟΕΔΒ), θεωρήθηκε αναγκαία για τις ανάγκες του σχολικού βιβλίου καθώς το αρχικό ήταν μεγάλο σε όγκο και μέγεθος και άρα, δύσχρηστο για τους μαθητές.[14] Από το σχολικό βιβλίο είχαν επίσης παραλειφθεί τα συνταγματικά κείμενα της πρώτης έκδοσης, ενώ στο τέλος κάθε ξεχωριστού κεφαλαίου είχαν προστεθεί κατάλληλες ερωτήσεις για την εκμάθηση της ύλης που είχε προηγηθεί σε κάθε επιμέρους τόμο, κεφάλαιο και υποκεφάλαιο. Το βιβλίο τελικά αριθμούσε 346 σελίδες, δηλαδή περίπου κάτι λιγότερο από το μισό της αρχικής έκδοσης. Τα τμήματα του βιβλίου, όμως, που επίσης είχαν αφαιρεθεί είναι ενδεικτικά του πολιτικού και ιδεολογικού κλίματος μέσα στο οποίο είχε γραφτεί και πρωτοκυκλοφορήσει. Είχε αφαιρεθεί το υποκεφάλαιο με τίτλο «Θεωρία και πρακτική του Κομμουνισμού», ενώ είχε μειωθεί αισθητά, το τμήμα του βιβλίου που αναφερόταν στη συνοδοιπορία όπως και το υποκεφάλαιο με τίτλο «Δευτερεύοντες οργανισμοί». Η επιλογή της αφαίρεσης του πρώτου υποκεφαλαίου και η μείωση του τμήματος της «συνοδοιπορίας» άπτονταν περισσότερο της ανάγκης να αποτραπεί η επαφή των γυμνασιόπαιδων με την ιδεολογία και τη θεωρία του κομουνισμού και των πολιτικών του συμμάχων. Η δεύτερη επιλογή υπήρξε πολύ περισσότερο άχρωμη ιδεολογικά, αλλά περιόριζε εξίσου σημαντικά τον όγκο του βιβλίου.

Το έντυπο που μοιράστηκε οριστικά στις αίθουσες των σχολείων περιλάμβανε τέσσερα μέρη με επιμέρους κεφάλαια: τη Δημοκρατία, τον Ολοκληρωτισμό, το Ελληνικόν Κράτος ενώ το τελευταίο μέρος αφορούσε τον Κόσμο και τους Διεθνείς οργανισμούς. Το κάθε κεφάλαιο χωριζόταν σε ξεχωριστά υποκεφάλαια.

 

Οι αντιφάσεις του Παπακωνσταντίνου

 

Στο βιβλίο της Πολιτικής αγωγής που συμπεριλήφθηκε στα σχολικά βοηθήματα, εκτός των περιστατικών της μεταπολεμικής περιόδου, γινόταν ειδική μνεία στα αίτια εκτροπής του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η περίοδος της επταετίας παρουσιαζόταν ως αναγκαία παρέμβαση των στρατιωτικών για την εξασφάλιση της δημοκρατικής πολιτείας και της αποφυγής κάθε είδους εκτροπής προερχόμενης από τον κομουνιστικό κίνδυνο. Είναι η περίοδος κατά την οποία προλειαίνεται το έδαφος για να ακολουθήσει η επέμβαση των στρατιωτικών: «μετά την στρατιωτικήν συντριβήν του ο κομμουνισμός επεδόθη εις την ανασύνταξιν των δυνάμεων του και εντός ολίγων σχετικώς ετών επέτυχε να εξέλθη εκ της ηθικής απομονώσεως, εις την οποίαν είχε περιαχθή, να μεταβληθή εις σημαντικόν παράγοντα της πολιτικής ζωής της χώρας και να δημιουργήση, δια της διαβρώσεως του κρατικού μηχανισμού και των πολιτικών κομμάτων, τας προϋποθέσεις νέας βιαίας αποπείρας διά την  κατάληψιν της εξουσίας, την οποίαν επρόλαβεν η Επανάστασις της 21ης Απριλίου 1967».[15] Το κλίμα είχε προετοιμαστεί κατάλληλα, και η «Επανάστασι της 21ης Απριλίου 1967» είχε νομιμοποιηθεί, γιατί με αυτόν τον τρόπο απετράπη η βίαιη κατάληψη του κράτους από τους πρώην «συμμορίτας».

«Η Επανάστασις της 21ης Απριλίου αποτέλεσεν εκτροπήν εκ της συνταγματικής τάξεως, αλλ’ υπήρξε προϊόν ιστορικής αναγκαιότητος, προσδιορισθείσα αφ’ ενός από την παγκόσμιον κατάστασιν, τα βασικά γνωρίσματα της οποίας είναι: η πάλη μεταξύ δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού, ο ταχύς ρυθμός μεταβολής και προόδου, η κρίσις και αμφισβήτησις όλων των θεσμών και η ιδεολογική σύγχυσις και αμηχανία, και αφ’ ετέρου από την ελληνικήν κατάστασιν, τα βασικά γνωρίσματα της οποίας είναι: η ανάγκη διαφυλάξεως της εθνικής ελευθερίας και ακεραιότητος, η ανάγκη εκσυγχρονισμού των δημοκρατικών θεσμών της χώρας, η ανάγκη ανακτήσεως του χρόνου, ο οποίος απωλέσθη εις τον τομέα της οικονομικής αναπτύξεως, λόγω του καταστροφικού συμμοριτοπολέμου, του οργανωθέντος υπό του διεθνούς κομμουνισμού και η ανάγκη ηθικής εξυγιάνσεως της δημόσιας ζωής της χώρας». Κινδύνευε η χώρα να εκτραπεί από τη συνταγματική τάξη και οι συνταγματάρχες έπρεπε να επέμβουν, προκειμένου να την επαναφέρουν στην τάξη και στον σωστό δρόμο.

Σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση εξάλλου, η χώρα κινδύνευε από δύο πλευρές: από τον εξωτερικό παράγοντα, που άπτονταν και του κομουνιστικού κινδύνου ιδίως λόγω των συνθηκών ψυχρού πολέμου που επικρατούσαν ανάμεσα στις δύο μεγάλες δυνάμεις, ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση, και στα σαφή και διεθνώς οριοθετημένα πολιτικά στρατόπεδα που αντιπροσώπευαν, καθώς και από έναν δεύτερο, «εγχώριο» κίνδυνο. Ο κίνδυνος αυτός είχε εκδηλωθεί σε τρεις διαφορετικές στιγμές κατά το παρελθόν έπειτα από την απόπειρα του ΚΚΕ και του στρατιωτικού του σκέλους να καταλάβει την πολιτική εξουσία. Και οι δύο αυτές καταστάσεις ενοποιούνταν στο γεγονός ότι όλοι οι θεμελιώδεις θεσμοί του κοινοβουλευτισμού «είχον υποστή προϊούσαν καταλυτικήν φθοράν…» από την υπόγεια διάβρωση που προκαλούσε ο κομμουνισμός και οι οπαδοί του.[16] Αυτό οφειλόταν σε πολλούς και συγκεκριμένους πολιτικούς παράγοντες, ιδιαίτερα όμως στο ρόλο και στο πολιτικό «προσωπείο» της ΕΔΑ. Έτσι μια ακόμα αιτία που οδήγησε στην αναγκαία στρατιωτική παρέμβαση ήταν ότι «είχε σημειωθεί επικίνδυνος διάβρωσις της εθνικής ζωής εκ μέρους του κομμουνισμού υπό το προσωπείον της ΕΔΑ οφειλομένη εις την εθνικήν αμβλύτητα της πολιτικής ηγεσίας, την σύγχυσιν και την δυσφορίαν των λαϊκών μαζών εκ της επικρατούσης καταστάσεως και την εισροήν πεπειραμένων κομουνιστικών στελεχών τα οποία επαναπατρίστηκαν εκ των χωρών του παραπετάσματος με την άδειαν των προεπανασταστικών κυβερνήσεων». Η διάβρωση του κοινωνικού ιστού από τον κομμουνιστικό κίνδυνο άγγιζε πολλά και διαφορετικά επίπεδα του συνόλου της κοινωνίας.

Ακόμη μία αιτία ήταν η διατάραξη εκ μέρους των κομουνιστών της ομαλής λειτουργίας της οικονομικής ζωής της χώρας, εξαιτίας των συνεχών απεργιών και κινητοποιήσεων, του φόβου και των εκβιασμών έναντι των φιλήσυχων πολιτών. Η χώρα βρισκόταν σε περίοδο γενικευμένου πολιτικού χάους λόγω κυρίως των γεγονότων των Ιουλιανών στα 1965, και  «τέλος η Ελλάς είχε φθάσει εις το χείλος εμφυλίου πολέμου μεταξύ της Δεξιάς και της συνοδοιπορούσης προς τον κομμουνισμόν Κεντροαριστεράς, ο οποίος θα εξερρηγνύετο αφεύκτως μετά τας εκλογάς, αίτινες επρόκειτο να διεξαχθούν την 28ην Μαΐου 1967». Η αναγκαιότητα της στρατιωτικής παρέμβασης κατά την άποψη του συγγραφέα ήταν δεδομένη: η διευρυμένη εκλογική δύναμη της Αριστεράς και του Κέντρου.[17] Η παρέμβαση, άλλωστε, του στρατού στα δημόσια πολιτικά πράγματα δεν ήταν ένα απλό φαινόμενο ή μια παρένθεση στην ιστορία του τόπου αλλά είχε μακρά ιστορία καθώς ήταν η έκτη κατά σειρά ξεκινώντας από το 1843. Αυτή τη φορά ωστόσο, η παρέμβαση των στρατιωτικών δικαιολογούνταν λόγω της ενδυνάμωσης του εσωτερικού εχθρού του έθνους, των κομουνιστών.

Η σύγκρουση αφορούσε από τη μία τους εκπροσώπους του ολοκληρωτισμού στην Ελλάδα, δηλαδή τα μέλη και τους φίλους του παράνομου ΚΚΕ, και, από την άλλη, τους εκπροσώπους της δημοκρατίας, δηλαδή στην παρούσα φάση τους στρατιωτικούς. Η αναθεώρηση του συντάγματος του 1952, σύμφωνα με τη θεώρηση του Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου δεν είχε μεταβάλλει τίποτα από το πλαίσιο που είχε τεθεί με το σύνταγμα του 1911. Η αναγκαία τομή έγινε με το σύνταγμα του 1968. Η «Εθνική Επαναστατική Κυβέρνησις», υπό την εποπτεία του Γεωργίου Παπαδόπουλου και του αντιπροέδρου του αντιστράτηγου Γ. Σπαντιδάκη, έδωσε για δημόσια συζήτηση το προσχέδιο του νέου συντάγματος την 15η Μαρτίου 1968. Στις 29 Ιουνίου 1968, άρχισε στο υπουργικό συμβούλιο, η συζήτηση σχετικά με το νέο σύνταγμα και στις 29 Σεπτεμβρίου 1968 ακολούθησε δημοψήφισμα με το οποίο εγκρίθηκε τελικά η πρόταση της κυβέρνησης με το συντριπτικό ποσοστό του 92,108% υπέρ του νέου συντάγματος. Το νέο σύνταγμα βεβαίως, παρά τα περί αντιθέτου λεγόμενα, ήταν «κομμένο και ραμμένο» στα μέτρα της δικτατορίας, των αναγκών της και των σχεδίων των εμπνευστών της.[18]

 

Ο εξωτερικός κίνδυνος[19]

 

Η εχθρική στάση του Παπακωνσταντίνου απέναντι στις χώρες του ανατολικού μπλοκ ήταν εμφανής και έφτανε στο σημείο να χαρακτηρίζει τα κομουνιστικά καθεστώτα- που είχαν ήδη δημιουργηθεί μεταπολεμικά- ως αποικιοκρατικά.[20] Ειδικότερα, περιέγραφε ως αποικιοκρατικές τις σχέσεις που είχαν αναπτύξει η Σοβιετική Ένωση και η Κίνα με τις χώρες «δορυφόρους» τους. Στα 1962, δημοσίευσε σειρά μικρών άρθρων με τα οποία, χρησιμοποιώντας φρασεολογία ως επί το πλείστον πολεμική, επιτίθεται σε επιμέρους όψεις του σοβιετικού καθεστώτος επιχειρώντας να ανασκευάσει πολλές από τις θέσεις των υποστηρικτών τους. Για να τεκμηριώσει την επιχειρηματολογία του, χρησιμοποιεί πολλά στοιχεία από τις σκέψεις όσων ασκούσαν κριτική στις επιλογές του κόμματος. Έτσι, αναφέρει πλήθος αποσπάσματα από τα επιχειρήματα του Τρότσκι στο βιβλίο του Προδομένη Επανάσταση, προκειμένου για να αντικρούσει την πολιτική του σοβιετικού καθεστώτος, αλλά και φράσεις και διατυπώσεις ακόμα και υποστηρικτών ορισμένων πλευρών της Σοβιετικής Ένωσης. Το βιβλίο αυτό αποτέλεσε έναν μικρό συλλογικό τόμο με τέσσερα επιμέρους άρθρα και με γενικό τίτλο: 4 άρθρα για το Σοβιετικό καθεστώς. Τα άρθρα με τα οποία εξέταζε διαφορετικές όψεις του σοβιετικού καθεστώτος είχαν δημοσιευτεί σε εφημερίδες.

Το πρώτο κείμενο αναφερόταν στην οικονομία και κυρίως εστίαζε την προσοχή του στην αποτυχία του καθεστώτος να αναπτύξει ελαφρά βιομηχανία και να αυξήσει την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών προς όφελος της κοινωνίας. Η αποτυχία αυτή εγκαινιάστηκε αρχικά με την επιλογή της σοβιετικής εξουσίας, και του Λένιν προσωπικά, του «πολεμικού κομμουνισμού», και έπειτα με την πολιτική της ΝΕΠ και των συνεχών πενταετών προγραμμάτων που είχαν ως αποτέλεσμα την μείωση των καταναλωτικών αγαθών της χώρας ως προς τα πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επίπεδα. Στην πορεία των χρόνων και κυρίως μετά τη μετασταλινική περίοδο, παρουσιάζονται πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία που αφορούσαν την αύξηση της διαφθοράς και την προσπάθεια απομύζησης των πλουτοπαραγωγικών πηγών των γειτονικών με τη Σ.Ε. χωρών.

Το δεύτερο κείμενο έχει θέμα την πολιτική που ακολούθησε η χώρα στον εκπαιδευτικό τομέα. Η επιχειρηματολογία του βασιζόταν στην άποψη ότι στο επίπεδο της λειτουργίας της εκπαίδευσης στις χώρες του ανατολικού μπλοκ δεν υπήρχαν ουσιαστικές διαφορές από πολλές χώρες της Δύσης καθώς και εκεί, όπως και στη Δύση, υπήρχε ανισότητα του πολίτη στην πρόσβαση σε θεσμούς της ανώτατης εκπαίδευσης ενός πολίτη. Παράλληλα παρατηρούσε ότι η ανάγκη χειρωνακτικής εργασίας για την παραγωγή προϊόντων και αύξησης της συνολικής παραγωγικότητας της οικονομίας επέβαλλε τον περιορισμό των μορφωμένων ανθρώπων στην σοβιετική κοινωνία. Αυτή η επιλογή συνδυαζόταν ακόμα περισσότερο με την ανάγκη κυριαρχίας του μαρξιστικού-λενινιστικού δόγματος· η επιλογή όμως αυτή στο θεωρητικό επίπεδο περιόριζε σε μεγάλο βαθμό την ανάγκη εμβάθυνσης και ευρύτερου προβληματισμού σε όλα τα επίπεδα.

Το τρίτο κείμενο αναφερόταν στην προσπάθεια της Σοβιετικής Ένωσης να μεταβάλει σε δορυφόρους όλες τις συμμαχικές της χώρες και με αυτόν τον τρόπο να προσαρτήσει με τη βία εδάφη τους. Μια νέου τύπου ιμπεριαλιστική πολιτική ήταν προ των πυλών.

Μέσα σε αυτό το ψυχροπολεμικό κλίμα, δεν θα μπορούσε στη σχολική πολιτική αγωγή να λείπει η αναφορά σ’ αυτά τα ζητήματα. Η πολιτική επιλογή που στήριζε το βιβλίο της πολιτικής αγωγής διατυπώθηκε και αναπτύχθηκε αναλυτικά σε 20 σελίδες στο 16ο κεφάλαιο του βιβλίου υπό τον τίτλο: «Η Κομμουνιστική απειλή». Ενώ ήδη αναφέραμε ότι είχε αφαιρεθεί το τμήμα της πρώτης έκδοσης όπου γινόταν λόγος για την κουμμουνιστική θεωρία, ωστόσο παρέμενε το υποκεφάλαιο με τον τίτλο Η κομμουνιστική απειλή.

Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά πώς αναπτύσσονται αυτές οι σκέψεις. Σε αυτό, ο Παπακωνσταντίνου αναφέρεται αρχικά στην κομμουνιστική απειλή στην οποία διέκρινε τρεις διαφορετικές χρονικές φάσεις. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή η απειλή αναπτυσσόταν, σκιαγραφείται από τη στάση της σοσιαλιστικής Σοβιετικής Ένωσης απέναντι στη ναζιστική Γερμανία και με κύρια έκφρασή της το σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ και, στη συνέχεια, από τη στάση του ελληνικού Κομουνιστικού Κόμματος απέναντι στον εχθρό, δηλαδή τους Γερμανούς και τους συμμάχους τους. Στην περιγραφή όμως αυτή, για να στηρίξει τις απόψεις του, ο συγγραφέας προχωρούσε και σε σκόπιμες παραποιήσεις, υποστηρίζοντας ότι οι Έλληνες κομμουνιστές «…υπεδέχθησαν τους κατακτητάς, συνοδευομένους και από τους Βουλγάρους, ως συμμάχους και φίλους». Αυτή η σκέψη επιβεβαιωνόταν κατά τη γνώμη του από την απελευθέρωση από τους Γερμανούς 27 κρατουμένων στελεχών του ΚΚΕ από την Ακροναυπλία. Προφανώς εδώ η σύνδεση με την παρουσία των Βουλγάρων αφορούσε και την επιλογή του ΚΚΕ να υποστηρίξει προπολεμικά την αυτονομία της περιοχής και την αυτοδιάθεση της Μακεδονίας. Η πρώτη φάση και ειδικότερα ο «πρώτος γύρος», σύμφωνα με τη συγκεκριμένη διατύπωση του Παπακωνσταντίνου, ήταν οι συγκρούσεις που αφορούσαν τις σχέσεις των τριών αντιστασιακών οργανώσεων στον ελληνικό χώρο, του ΕΛΑΣ (Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός), του ΕΔΕΣ (Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου) και της ΕΚΚΑ (του Συντάγματος 5/42 του Ψαρρού). Αποκορύφωμα της «προδοτικής» στάσης των δυνάμεων του ΚΚΕ και του ΕΛΑΣ ήταν η συμφωνία με τους υποχωρούντες Γερμανούς, να μην πλήξουν τα κατοχικά στρατεύματα κατά την αποχώρησή τους.[21] Ο δεύτερος γύρος ήταν η Δεκεμβριανή σύγκρουση του 1944, και η βίαιη απόπειρα του ΚΚΕ και του ΕΛΑΣ να καταλάβουν την εξουσία στην πόλη της Αθήνας. Ιδιαίτερη μνεία σε αυτές τις προσπάθειες γίνεται στη δράση της ΟΠΛΑ (Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών) και την εκτός ορίων βίαιη πολλές φορές τακτική της. Στο σύνολο της ανάλυσής του πέρα από το έντονα ιδεολογικό φορτίο, με το οποίο περιγράφει αλλά και αναλύει τα γεγονότα της περιόδου αναφέρεται συχνά με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς στη στάση του ΚΚΕ και του στρατιωτικού του σκέλους και ιδιαίτερα στην ενέργεια και απόφαση της ηγεσίας του κομμουνιστικού κόμματος να σχεδιάσει την ανατίναξη της Ακρόπολης. Από την άλλη, αποφεύγει σκόπιμα να αναφερθεί στην αγγλική παρουσία ή βοήθεια, ενώ αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στις θηριωδίες των κομμουνιστών απέναντι στον φιλήσυχο ελληνικό λαό, με την ταυτόχρονη απουσία οποιασδήποτε αναφοράς ή άλλης σημείωσης για τις πραγματικές θηριωδίες της άλλης πλευράς ή τη στάση των δωσιλόγων και των υποστηρικτών της κατοχικής παρουσίας. Η στάση απέναντι στις κατοχικές κυβερνήσεις και τους δωσίλογους όμως δεν σχολιάζεται καθόλου. Η μοναδική αναφορά στις κατοχικές κυβερνήσεις των Ράλλη και Λογοθετόπουλου είναι ότι την περίοδο αυτή «ελειτούργουν αι λεγόμεναι ‘κατοχικαί κυβερνήσεις’ αι οποίαι ήντλουν την εξουσίαν των εκ των αρχών κατοχής και ετέλουν υπό τον απόλυτον έλεγχόν των».

Σε αυτό το σημείο, γίνεται ειδική αναφορά στους 15.685 άνδρες, γυναίκες και παιδιά που δολοφονήθηκαν από τους «πεπωρωμένους δολοφόνους» το Δεκέμβρη εκείνου του χρόνου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει.[22] Σύμφωνα με τα γραφόμενα η έκβαση της μάχης κατά την παραπάνω ανάλυση υπήρξε αναντίστοιχη των δυνάμεων που συγκρούστηκαν στο πεδίο της μάχης, αφού οι υπέρτερες δυνάμεις του ΕΛΑΣ απέτυχαν να επικρατήσουν λόγω και της παρέμβασης του βρετανικών δυνάμεων υπό το στρατηγό Σκόμπυ. Αυτή είναι και η μοναδική αναφορά του Παπακωνσταντίνου στη βρετανική παρουσία την κρίσιμη εκείνη περίοδο.

Η τρίτη φάση της σύγκρουσης αφορά την εμφύλια σύγκρουση (1946-1949) και έχει χαρακτηριστικό τίτλο: «Ο Συμμοριτοπόλεμος». Αιτία του νέου γύρου σύμφωνα με την παραπάνω διατύπωση, ήταν η ατιμωρησία, και άρα, η νομιμοποίηση που πρόσφερε στους ηγέτες του κομμουνιστικού κόμματος η Συμφωνία της Βάρκιζας στις 12 Φεβ 1945. Σε αυτό το νέο εγχείρημα, το ΚΚΕ και οι φίλιες προς αυτό δυνάμεις είχαν την αμέριστη συμπαράσταση των γειτονικών χωρών. Τα αίτια της αποτυχίας της προσπάθειας του ΔΣΕ (Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας) αναφέρονται και αναλύονται με λεπτομέρεια σε άλλο υποκεφάλαιο. Εδώ γίνεται λόγος για την επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών μέσω του Δόγματος Τρούμαν· την προσαρμογή του ελληνικού κράτους ως εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας καθώς για πρώτη φορά μπόρεσε ένας τακτικός στρατός να αντιπαρατεθεί με επιτυχίας σε έναν στρατό που εφάρμοζε ανταρτοπόλεμο· την αδυναμία του ΚΚΕ να κινητοποιήσει τον κόσμο του στις πόλεις, καθώς και τη ληστρική του συμπεριφορά όπου μπόρεσε να επικρατήσει· τη στάση του απέναντι στου σλαβόφωνους σύμφωνα με την απόφαση της 5ης ολομέλειας του 1949, σύμφωνα με την οποία τους υποσχόταν «αποχωρισμόν από της Ελλάδος εν περιπτώσει επικρατήσεως της ανταρσίας»· την απόφαση της Γιουγκοσλαβίας να κλείσει τα σύνορά της και να διακόψει οποιαδήποτε βοήθεια στους συμμορίτες λόγω των διαφωνιών με τη Σοβιετική Ένωση· την ικανότητα της ηγεσίας του στρατεύματος και το πνεύμα θυσίας των ηρωικών του τέκνων του εθνικού στρατού.

 

Από το σύνθημα της κοινωνικής επανάστασης σε υπουργικές θέσεις του καθεστώτος της επταετίας

 

Στο παρόν άρθρο μας ενδιαφέρει επίσης να δούμε πέρα από τη μορφή και τον τρόπο της διδασκαλίας της «Πολιτικής Αγωγής», μέσα από ποιους δρόμους και προσλαμβάνουσες, πολιτικές, κοινωνικές ή άλλες, οργανώνεται, διδάσκεται το μάθημα και πώς διαδίδονται τελικά οι ιδέες του Θ. Παπακωνσταντίνου την περίοδο της δικτατορίας.

Το βιβλίο υπήρξε αποκαλυπτικό της περιόδου και της ιδεολογικής τρομοκρατίας που άσκησε το καθεστώς των στρατιωτικών μετά τον Απρίλιο του 1967, αλλά αποτέλεσε και τον θεμέλιο λίθο του θεωρητικού οπλοστασίου της χούντας και του καθεστώτος που επιβλήθηκε.

Η στάση του Παπακωνσταντίνου στις φοιτητικές αρχαιρεσίες των πανεπιστημίων που προηγήθηκαν των γεγονότων του Νοεμβρίου του 1973 στο Πολυτεχνείο και οι οποίες παραχωρήθηκαν ως επιμέρους παροχή στις πιέσεις των φοιτητών, πρόδιδε το κλίμα της δικής του ιδεολογικής τοποθέτησης. Κατά τη γνώμη του, φοιτητικός συνδικαλισμός όχι μόνο δεν μπορούσε να υπάρξει αλλά και η μικρή συμμετοχή των φοιτητών στις αρχαιρεσίες έδειξε την αδιαφορία τους για τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα.[23]

Από την άλλη, έχει ενδιαφέρον να επιμείνουμε σε ορισμένα βιογραφικού τύπου στοιχεία που καθόρισαν την πολιτική διαδρομή του συγγραφέα. Ο Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε στο Μοναστήρι (Μπίτολα) στα 1909, σε μια περιοχή θέατρο συγκρούσεων των αντιμαχόμενων παρατάξεων κατά τη διάρκεια του μακεδονικού αγώνα. Την περίοδο του μεσοπολέμου διετέλεσε εξέχων θεωρητικός της Αριστεράς και συμμετείχε σε εκδόσεις μαχητικών περιοδικών και εφημερίδων, έχοντας ενεργό συμμετοχή στις σχετικές συζητήσεις. Υπήρξε συγγραφέας πολλών μελετών που αφορούσαν τη μαρξική θεωρία, σημαντικός μεταφραστής μαρξικών κειμένων και θιασώτης της κομουνιστικής αντίληψης, έχοντας βαθιά γνώση της σοβιετικής προπαγάνδας και της λειτουργίας του καθεστώτος. Μάλιστα υπήρξε από τους βασικούς συντάκτες της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας – Πυρσός σχετικά με λήμματα που αφορούσαν το σοσιαλισμό, το εργατικό και το συνδικαλιστικό κίνημα.[24] Τον Μάρτιο του 1927, το ΚΚΕ, σε συνεργασία με εξωκομματικούς παράγοντες, ανέλαβε για πρώτη φορά μια προσπάθεια έκδοσης μαρξιστικών κειμένων, επιχειρώντας με αυτόν τον τρόπο να συστηματοποιήσει τις εκδοτικές προσπάθειες που είχαν δει μέχρι τότε το φως της δημοσιότητας. Έτσι ιδρύθηκε η Μαρξιστική Βιβλιοθήκη, ένα περιοδικό διευθυντής του οποίου ανέλαβε ο Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, και ο οποίος με επιστολή του μέσω του Ριζοσπάστη γνωστοποιούσε ότι «απεφασίσαμεν την έκδοσιν της ‘Μαρξιστικής Βιβλιοθήκης’, της οποίας σκοπός είνε η εν μεταφράσει διάδοσις διαφόρων οικονομολογικών, φιλοσοφικών, πολιτικών κλπ. έργων σχετικών προς τον μαρξισμόν: των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Κάουτσκι, Τρότσκι, Στάλιν, Μπουχάριν, Ζηνόβιεφ, Στούκωφ, Λοζόφσκι, Λούξεμπουργκ και όλων των άλλων θεωρητικών του μαρξισμού, αντιλαμβανόμενοι την υπάρχουσαν αισθητήν έλλειψιν τοιούτων έργων». Η πρόταση κατέληγε «ευελπιστούντες ότι, αναγνωρίζοντες την ωφελιμότητα της προσπαθείας ημών ταύτης, θέλητε παράσχει την υποστήριξίν σας, συνιστώντες την αγοράν και διάδοσιν του σημαντικού τούτου περιοδικού διά της αξιοτίμου εφημερίδος σας». Η απάντηση στην επιστολή δεν άργησε να έλθει. Οι Κ.Ε. τόσο του ΚΚΕ όσο και της ΟΚΝΕ συνιστούν με πρωτοσέλιδη ανακοίνωσή τους στον Ριζοσπάστη την αγορά του δεκαπενθήμερου περιοδικού.[25]

Στα 1932 ο Παπακωνσταντίνου απομακρύνθηκε από την Μαρξιστική Βιβλιοθήκη και κατέφυγε σε άλλες πολιτικές αναζητήσεις από τη θέση του ανένταχτου αριστερού. Πάντως, όπως σημειώνει ο Νούτσος, συμμετείχε στο εκδοτικό επιτελείο της Νέας Επιθεώρησης. Με το ΚΚΕ διέκοψε την οργανική του σχέση στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Είναι η περίοδος που δημοσιεύει το βιβλίο με τον τίτλο «Αι παραποιήσεις του Μαρξισμού εν Ελλάδι», με το οποίο επιχειρεί να ανασκευάσει το βασικό θεωρητικό επιχείρημα του Π. Κανελλόπουλου.[26] Η πολιτική του στροφή, προς την συντήρηση όμως ούτε εύκολα εξηγήσιμη είναι, ούτε μπορεί να χρονολογηθεί με ακρίβεια. Στα 1952 κυκλοφορεί ένα άλλο βιβλίο με τίτλο Ανατομία της Επαναστάσεως. Στον πρόλογο του βιβλίου αυτού επισημαίνει ο ίδιος με χαρακτηριστικό τρόπο ότι «ο συγγραφέας του εξεκίνησεν έφηβος, με το όραμα μιας δικαιοτέρας κοινωνικής οργανώσεως. Και εξακολουθεί να θερμαίνεται από αυτό. Πολύ ενωρίς όμως διεπίστωσεν ότι ο Κομμουνισμός αποτελεί την πλέον ανίερον καπηλείαν του θεμιτού αυτού κράματος, διότι αρνείται τον άνθρωπον». Ήδη έχει αρχίσει να μεταβάλει την πεποίθησή του.[27] Το απόσπασμα είναι δηλωτικό της αλλαγής που συνέβη στις πεποιθήσεις του Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου. Η πίστη του σε μια δικαιότερη κοινωνία δεν είχε αλλάξει, ωστόσο αυτή η αλλαγή δεν έχει ολοκληρωθεί. Σε όλη την ανάλυσή του πάντως, ακολουθεί μια συγκεκριμένη αντίληψη, θεωρεί ότι υπάρχουν δύο ειδών καθεστώτα: τα δημοκρατικά και τα ολοκληρωτικά. Στην πρώτη κατηγορία, εντάσσεται και το ελληνικό κράτος το οποίο σύντομα θα επιστρέψει στις παραδόσεις του αστικού πολιτεύματος παρά την «επανάσταση» που επέφερε το πραξικόπημα, ενώ στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Σε αυτά κατατάσσονται συλλήβδην τα πολιτικά συστήματα του κομμουνισμού, του σοσιαλισμού, του φασισμού και του ναζισμού.

Η πολιτική αυτή στροφή πέρα από την προσωπική πικρία που προκάλεσε η αποπομπή του την περίοδο του 1930 από το κόμμα, φαίνεται ότι επηρεάστηκε από τη μεταπολεμική στάση της Σοβιετικής Ένωσης έναντι και των χωρών στις οποίες αργότερα εγκαθιδρύθηκαν παρόμοια καθεστώτα. Ενδεχομένως καθοριστικό ρόλο στη στάση του φαίνεται να έπαιξε και η στάση του ΚΚΕ στα χρόνια του Ελληνοϊταλικού πολέμου και της σύρραξης που ακολούθησε με τις γερμανικές δυνάμεις μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο που επέβαλε η πολιτική επιλογή του «σοσιαλφασισμού» που χαρακτήριζε για μεγάλο διάστημα την πολιτική στάση του ΚΚΕ. Αυτές οι πολιτικές επιλογές της ηγεσίας του κόμματος σε συνδυασμό με τον σφιχτό εναγκαλισμό που επέβαλε στο κόμμα και στα μέλη του η Κομουνιστική Διεθνής, ανάγκασε πολλά από τα στελέχη του είτε να απομακρυνθούν απομονωμένοι, είτε να περάσουν ανοιχτά στο αντίπαλο στρατόπεδο.[28]

Ο Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου ενδέχεται να υπήρξε μια τέτοια προσωπικότητα, που στην πορεία των χρόνων άλλαξε, και έλαβε σαφή στάση ως πολέμιος των καθεστώτων που τα προηγούμενα χρόνια είχε υποστηρίξει με φανατισμό, φτάνοντας ακόμα στο σημείο να αναλάβει σημαντικές υπουργικές θέσεις κατά την περίοδο της επταετίας. Ανέλαβε αρχικά τη θέση του υπουργού προεδρίας από την οποία σύντομα παραιτήθηκε, του υφυπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως, και λίγο αργότερα, στα 1971, ανέλαβε υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων.[29] Υπήρξε ένας από τους κύριους θεωρητικούς υποστηρικτές του καθεστώτος των συνταγματαρχών, από κοινού με τον Γεωργαλά και τον Σ. Κωνσταντόπουλο, οι οποίοι είχαν επίσης θητεύσει προπολεμικά στην Αριστερά.

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αναδρομές, τχ. 1, Δεκέμβριος 2010.

Υποσημειώσεις

[1] Η αναφορά σχετικά με το πότε εντάχθηκε για πρώτη φορά το μάθημα στα σχολεία, υπάρχει στον πρόλογο που συνόδευε το σχολικό βιβλίο Πολιτική Αγωγή στα 1972 με την ακόλουθη επισήμανση ότι «…διά διάφορους λόγους ουδέποτε μέχρι τούδε εδιδάχθη συστηματικώς εις την χώραν μας». Στα 1961 με β.δ. προσδιοριζόταν ότι οι ώρες διδασκαλίας του μαθήματος ήταν δύο την βδομάδα και αφορούσαν τη διδασκαλία σε δύο έτη του γυμνασίου, την Γ΄ και την ΣΤ΄. Βλ. Αρχεία Εταιρείας Μελέτης της Αριστερής Νεολαίας (στο εξής ΕΜΙΑΝ), 1. 54, Τεκμήρια υπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως, Γεν. Δ/νσις κυβερνητικής Πολιτικής, Δ/νσις Νεότητος. Προβολή και διδασκαλία του μαθήματος της «Αγωγής του Πολίτου», 1969-1970. Στο διάταγμα αυτό δεν αναφερόταν ο όρος πολιτική αγωγή αλλά είχε αντικατασταθεί από τον ακόμα πιο δυσνόητο όρο κοινωνική αγωγή. Το πιο ενδιαφέρον σημείο της συγκεκριμένης αναφοράς ήταν ότι στη Β΄ τάξη η διδακτέα ύλη περιλάμβανε την «απασχόλησιν περί τα κοινά. Η έρις και η διχόνοια ως η έλλειψις κοινωνικής τόλμης, ως παράγοντες διαλύσεως του κοινωνικού συνόλου. Τρόποι επιτυχούς απασχολήσεως του ατόμου περί τα κοινά». Η πολιτική είχε εξοβελιστεί από το μαθησιακό πεδίο, ενώ το βάρος δινόταν στην ευρύτερης σημασίας και περιεχομένου κοινωνική συμπεριφορά.

[2] Αρχεία ΕΜΙΑΝ, άρθρο «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του υπ’ αριθ. 672/1961 Β. Διατάγματος περί του αναλυτικού και ωρολογίου προγράμματος των Γυμνασίων της πρώτης βαθμίδος».

[3] Αρχεία ΕΜΙΑΝ, 1. 54, Τεκμήρια υπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως, Γεν. Δ/νσις κυβερνητικής Πολιτικής, Δ/νσις Νεότητος. Προβολή και διδασκαλία του μαθήματος της «Αγωγής του Πολίτου», 1969-1970.

[4] Θ. Παπακωνσταντίνου, Πολιτική Αγωγή, εκδ. Καμπανά, Αθήνα 19701, σ. 6-7.

[5] Αρχείο ΕΜΙΑΝ, 1.54, Τεκμήρια υπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως, Γεν. Δ/νσις κυβερνητικής Πολιτικής, Δ/νσις Νεότητος. Προβολή και διδασκαλία του μαθήματος της «Αγωγής του Πολίτου», 1969-1970, 15 Ιαν.1969.

 

[6] Σύμφωνα με την Αγνή Ρουσοπούλου, ο στόχος πια ήταν, «…να διδαχτούν τα μικρά Ελληνόπουλα τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που θα έχουν όταν θα γίνουν πολίτες και για όλη τους τη ζωή». (Αγνή Ρουσοπούλου, Η αγωγή του πολίτη, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1982, σελ. 98). Το βιβλίο της Ρουσοπούλου ήταν βασικό για τη διδασκαλία του μαθήματος της πολιτικής αγωγής στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, όπως και το Τι πρέπει να γνωρίζει ο πολίτης της ίδιας για την ΣΤ΄ γυμνασίου.

[7] Αρχεία ΕΜΙΑΝ, 1.54. Τεκμήρια υπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως, Γεν. Δ/νσις κυβερνητικής Πολιτικής, Δ/νσις Νεότητος. Προβολή και διδασκαλία του μαθήματος της «Αγωγής του Πολίτου», 1969-1970. Πρόκειται για ιδιαίτερα πλούσιο και ταξινομημένο υλικό, το οποίο φωτίζει ιδιαίτερες στιγμές της περιόδου.

[8] Φ. Κ. Μπουμπουλίδη, «Πολιτική Αγωγή», Φοιτητικός Παλμός, τχ. 10, 15 Μαΐου 1970, σ. 13 και 33.

[9] Αρχείο ΕΜΙΑΝ, 1. 43, Απόρρητα έγγραφα που αφορούν νεανικά, μαθητικά και φοιτητικά ζητήματα, 1969-1972.

[10] Στις συνεδριάσεις, όπως προκύπτει και από το αρχειακό υλικό, συμμετείχαν πολλοί διοικητικοί παράγοντες των υπουργείων και ιδιαίτερα πέντε στελέχη του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως.

[11] Αρχεία ΕΜΙΑΝ, 1. 54, Τεκμήρια υπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως, Γεν. Δ/νσις κυβερνητικής Πολιτικής, Δ/νσις Νεότητος. Προβολή και διδασκαλία του μαθήματος της «Αγωγής του Πολίτου», 1969-1970.

[12] Πιο συγκεκριμένα, περιλάμβανε τον Επιτάφιο Λόγο του Περικλή, τη Αμερικανική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας (1776), τη Γαλλική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του ανθρώπου (1789), τη Διακήρυξη της Φιλαδέλφειας (1944), το Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (1945), την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του ανθρώπου (1948), τη Συνθήκη της Βόρειας Ατλαντικής Συμμαχίας (1949) και το περιώνυμο Σύνταγμα της Ελλάδος (1968).

[13] Στον κολοφώνα της πρώτης έκδοσης επισημαίνεται ότι το βιβλίο με τίτλο Πολιτική Αγωγή «εξετυπώθη τον Ιανουάριον του 1970 εις 150.050 αντίτυπα εξ ών 120000 επί κοινού χάρτου, 30.000 επί χάρτου Chamois και 50 επί χάρτου πολυτελείας ηριθμημένα 1-50». Η δεύτερη έκδοση περιλάμβανε το εξής κείμενο: «η παρούσα Β’ έκδοσις της ‘Πολιτικής Αγωγής’ εξετυπώθη τον Μάϊον και Ιούνιον του 1970 εις 250.050 αντίτυπα, εξ ών 250.000 επί κοινού χάρτου και 50 επί χάρτου πολυτελείας ηριθμημένα 1-50».

[14] Αρχείο Ξ. Γιαταγάνα, 1. 54, Πρακτικά Συσκέψεως συνεδρίασις 1η, 1η Οκτ. 1969. «Επειδή όμως το ανωτέρω βιβλίον, λόγω του όγκου του καθίσταται δύσχρηστον, παρίσταται ανάγκη εκδόσεως περιληπτικωτέρας επιτομής αυτού. Η τοιαύτη επίτομος έκδοσις υπολογίζεται να είναι έτοιμη μέχρι τέλους του τρέχοντος έτους επιτυγχανομένου τούτου πρακτικώς εκ της δακτυλογραφημένης ήδη ύλης του τρίτομου βιβλίου», σημειώνεται στα πρακτικά της συνεδρίασης.

[15] Θ. Παπακωνσταντίνου, ό.π., σ. 287.

[16] Θ. Παπακωνσταντίνου, ό.π., 221.

[17] Θ. Παπακωνσταντίνου, ό.π., 223.

[18] Έτσι, μπορούσε να αρθεί η συνταγματική αναγνώριση των πολιτικών κομμάτων καθώς προβλεπόταν «η λήψις ειδικής προνοίας διά την εξασφάλισιν μεγαλυτέρας σταθερότητος».

[19] Πρόκειται για τέσσερα εκτεταμένα κείμενα του Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου που δημοσιεύονται αυτοτελώς σε ένα δεμένο τόμο στα 1963-1964 και αφορούν την αντιπαράθεση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε όσους διάκεινται εχθρικά και όσους τοποθετούνται φιλικά προς τα καθεστώτα. Τα κείμενα αυτά έχουν χαρακτήρα πολεμικής αντιπαράθεσης από την οποία ο πολυγραφότατος Θ. Π. δεν μπορούσε να απουσιάζει.

[20]  Θ. Παπακωνσταντίνου, ό.π., σ. 36.

[21] Θ. Παπακωνσταντίνου, ό.π., σ. 437.

[22] Θ. Παπακωνσταντίνου, ό.π., σ. 443.

[23] Θ. Παπακωνσταντίνου, Ο «φοιτητικός συνδικαλισμός», εφ. Ακρόπολις, Αθήνα, 26 Νοεμβρίου 1972.

[24] Βλ. Π. Νούτσος, Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, τ. Γ΄ 3, Αθήνα, Εκδόσεις «Γνώση», [1934].

[25] Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, Επίσημα κείμενα, τ. 2, 1925-1928, σ. 201-202 και εφ. Ριζοσπάστης, 10 Μαρ. 1927. Η πληροφορία διασώζεται από τον Α. Ελεφάντη στη μελέτη του Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης, Θεμέλιο, Αθήνα 1984, σ. 142, όπως και Κ. Μοσκώφ, Ιστορία του Κινήματος της εργατικής τάξης, Αθήνα 1988, σ. 464. Στο πρώτο απόσπασμα διασώζεται επίσης η πληροφορία ότι το 1932 επήλθε η οριστική ρήξη στις σχέσεις του ΚΚΕ με τον Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου, χωρίς να αποσαφηνίζεται ο λόγος της διαφωνίας, γεγονός το οποίο τον απομάκρυνε από τη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη και από τις ιδέες του κομουνισμού.

[26] Π. Νούτσος, ό.π., τ. Γ΄, σ. 205.

[27] Θ. Παπακωνσταντίνου, Στον πρόλογο της Ανατομίας της Επαναστάσεως, Αθήνα 1952.

[28] Για αυτό το θέμα η βιβλιογραφία είναι πολύ πλούσια και περιλαμβάνει σημαντικές εκδόσεις και μελέτες χωρίς ωστόσο εδώ να είναι εξαντλητική, καθώς στο συγκεκριμένο άρθρο δεν κρίνεται απαραίτητη.

[29] Άλλες μελέτες του ιδίου: Η Καστοριά, Αθήνα 1930, Αι παραποιήσεις του Μαρξισμού εν Ελλάδι, Αθήνα 1931, Εισαγωγή εις την Διαλεκτική, Αθήναι 1933, Οι Πρώσσοι των Βαλκανίων (υπό. ψευδώνυμο Π. Μοναστηριώτην), Κάϊρο 1944, Bulgars self styled Prussians of the Balkans, (υπό ψευδώνυμο P. Thrax), New York 1944, Εναντίον του Ρεύματος, Αθήναι 1949, Ανατομία της Επαναστάσεως, με το οποίο έλαβε το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, (Αθήνα 1952), Εγχειρίδιον Ελεύθερου Πολίτου (υπό ψευδώνυμο Π. Μοναστηριώτη, Αθήναι 1955,1956, Η Νέα γραμμή του Κομμουνισμού, Αθήναι 1956, Ο Ίων Δραγούμης και η Πολιτική Πεζογραφία, Αθήναι 1957, Προβλήματα της Εποχής μας, Αθήναι 1960,1961, 1964, 1969, Η ελληνική Φιλοσοφία, Αθήναι 1964, Η μάχη της Ελλάδος, 1940-1941, Αθήναι 1966. Πέρα από τη συγγραφή αυτόνομων μελετών μετέφρασε και σημαντικά βιβλία, Το ζήτημα των Εβραίων του K. Marx, Αθήναι 1932, Το μέλλον μιας αυταπάτης, Αθήναι 1935, και του Gide, Αρχαί Πολιτικής Οικονομίας, Αθήναι 1942. Οι τίτλοι των βιβλίων αναδεικνύουν ανάγλυφα και την πολιτική διαδρομή του προσώπου όλο αυτό το διάστημα και τη μετάβαση από το μπλοκ της Αριστεράς και της Αριστερής Αντιπολίτευσης στα χρόνια του μεσοπολέμου στο μπλοκ των φανατικών εθνικοφρόνων. Τα κείμενα αυτά χαρακτηρίζονται από την έντονη πολεμική φρασεολογία με αποτέλεσμα να γεννούν και έντονες αντιδράσεις. Είναι χαρακτηριστικό το κείμενο του Τάσου Βουρνά που δημοσιεύεται στην Αυγή και επιτίθεται στον Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου χαρακτηρίζοντας τον ως «κίβδηλο», βλ. Αυγή 1963 (;).

Advertisements